ἀφρός,ὁ,
A. foam,of the sea, ῥόος Ὠκεανοῖο ἀφρῷ μορύρων
Il. 18.403
, etc.; of a river, 5.599 .
2. of persons and animals,foam, slaver, froth,
περί τ' ἀ. ὀδόντας γίγνεται
20.168
; ἀ. περὶ στόμα
Hp. Aph. 2.43
, cf. Ev.Luc. 9.39 ; μέλαν' ἀπ' ἀνθρώπων ἀφρόν frothy blood,
A. Eu. 183
, cf. Fr. 372 ; θρομβώδεις ἀφροί
S. Tr. 702
;βακχίου παλαιγενοῦς ἀφρῷ,of wine, Antiph. 237 ; κύλικα . . ἀφρῷ ζέουσαν
Theophil. 2
.
II.