ἄητος(B),ον, only in phrase
A.
θάρσος ἄητον
Il. 21.395
(= θάρσος ἄᾱτον
Q.S. 1.217
); alsoἄητοι; ἀκόρεστοι, ἄπληστοι, andἀήτους: μεγάλας( A. Fr. 3 ), Hsch.
ἄητος(C)<*>ὁ ἀκατάπαυστος, Hdn Gr. 1.220 ; perh.insatiate(ἄω); cf.αἴητος.
insatiate
ἄητος(B),ον, only in phrase
A.
θάρσος ἄητον
Il. 21.395
(= θάρσος ἄᾱτον
Q.S. 1.217
); alsoἄητοι; ἀκόρεστοι, ἄπληστοι, andἀήτους: μεγάλας( A. Fr. 3 ), Hsch.
ἄητος(C)<*>ὁ ἀκατάπαυστος, Hdn Gr. 1.220 ; perh.insatiate(ἄω); cf.αἴητος.