ἀθεάμων[ᾱμ],ον , gen.ονος,
A. not beholding, καλλέων τοσούτων
Men.
Rh. p.383
S.
Adv. -όνως,i.q.ἀνεπιστημόνως, ἀπείρως,
Poll. 4.10 :— alsoSubst. ἀθαυμ-οσύνη,ἡ, ib. 9 .
not beholding
ἀθεάμων[ᾱμ],ον , gen.ονος,
A. not beholding, καλλέων τοσούτων
Men.
Rh. p.383
S.
Adv. -όνως,i.q.ἀνεπιστημόνως, ἀπείρως,
Poll. 4.10 :— alsoSubst. ἀθαυμ-οσύνη,ἡ, ib. 9 .