LSJβᾰθύ-χθωνGlossβᾰθύ-χθων , ον , gen. ονος , = βαθύγειος, αἶα A. Th. 306 (lyr.).βᾰθύ-χθων,ον, gen.ονος,A.= βαθύγειος, αἶαA. Th. 306 (lyr.).ReferencesA. Th. 306