ἀθεμείλιος,ον,
A. without foundation, Ep. word implied by Hsch.
ἀθέμηλος: οὐδὸν οὐκ ἔχουσα οὐδὲ θεμέλιον, andἀθεμίλιος: ἀκροσφαλής, ψεύστης.
without foundation
ἀθεμείλιος,ον,
A. without foundation, Ep. word implied by Hsch.
ἀθέμηλος: οὐδὸν οὐκ ἔχουσα οὐδὲ θεμέλιον, andἀθεμίλιος: ἀκροσφαλής, ψεύστης.