βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας(Ambrac.), Hsch. ; cf.βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος,
Suid. , Zonar.
βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας (Ambrac.), Hsch. ; cf. βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος, Suid. , Zonar.
βαρδῆν: τὸ βιάζεσθαι γυναῖκας(Ambrac.), Hsch. ; cf.βαρδίσαγνος: ὁ τὰς γυναῖκας βιαζόμενος,
Suid. , Zonar.