βαρέω, Aeol.
βορ-,v.infr.,fut.
A.
-ήσω
Luc. DMort. 10.4
:pf.
βεβάρηκα
D.C. 78.17
:— Pass. ,v.infr.:—weigh down, depress,
βαρήσει ταῦτα τὸ πορθμεῖον
Luc.
l. c. (censured, Id. Sol. 7 ); τὴν τῆς δίκης ῥοπὴν β.
Procop. Arc. 14
; ὅταν τὰ πράγματα βαρῇ τοὺς ἀντιδίκους
Hermog. Inv. 2.7
; ἵνα μὴ τὴν πόλιν βαρῶμεν
IG 14.830.15
(Puteoli), cf. POxy. 1159.2