βᾰρύθω [ῠ],
A. to be weighed down,
βαρύθει δέ μοι ὦμος ὑπ' αὐτοῦ [τοῦ ἕλκεος]
Il. 16.519
;βαρύθει δέ θ' ὑπ' αὐτῆς(sc.ὕβρεως) Hes. Op. 215 ; καμάτῳ
A.R. 2.47
; ὑπὸ κύματος
Nic. Th. 135
.
2. abs.,to be heavy,
στάλα
AP 7.481
( Philet. ); βαρύθεσκε . . γυῖα
A.R. 1.43
:— Pass. , Max. 212 , Q.S. 13.6 .