βᾰ́σᾰν-ος,ἡ,
A. touchstone,on which pure gold leaves a yellow streak, ἐς βάσανον δ' ἐλθὼν παρατρίβομαι ὥστε μολύβδῳ χρυσός
Thgn. 417
; χρυσὸν τριβόμενον βασάνῳ
Id. 450
, cf. 1105 ; παρατρίβεσθαι πρὸς τὰς β.
Arist. Col. 793b1
, cf. HA 597b2 : metaph.,β. τοῦ ἀρώματος(sc.τοῦ κινναμώμου) τὴν αἶγα εἶναι
Philostr. VA 3.4
.
II. the use of this as a test,
χρυσὸς ἐν β. πρέπει
Pi. P. 10.67
: generally,test, trial of genuineness, οὐκ ἔστιν μείζων β. χρόνου[ Simon. ] 175.1 ; δόμεν τι βασάνῳ ἐς ἔλεγχον
Pi. N. 8.20
; σοφὸς ὤφθη βασάνῳ θ' ἁδύπολις