LSJβασκᾰρίζεινGlossβασκᾰρίζειν (i.e. ϝασκ- ) : <ἀ>σκαρίζειν (Cret.), Hsch.βασκᾰρίζειν(i.e.ϝασκ-): <ἀ>σκαρίζειν(Cret.), Hsch.