LSJβάσκειν:Glossβάσκειν: λέγειν, κακολογεῖν, καὶ ἀνίστασθαι, Hsch. ; cf. βάζω.βάσκειν: λέγειν, κακολογεῖν, καὶ ἀνίστασθαι,Hsch. ; cf.βάζω.