βέβαιος,ον(so always in Th. , Pl. ), alsoα,ον(v. infr.): (βαίνω):—
A. firm, steady, κρύσταλλος
Th. 3.23
; ὄχημα
Pl. Phd. 85d
( Comp. );γῆ β. terra firma, Arr. An. 2.21.5 ;steadfast, durable, ὁμιλία . . πιστὴ καὶ βέβαιος
S. Ph. 71
; ἀρετῆς βέβαιαι . . αἱ κτήσεις μόνης
Id. Fr. 194
; ψῆφος βεβαία
E. El. 1263
; τὴν χάριν βέβαιον ἔχειν
Th. 1.32
; οὐδέπω βέβαιος ἦν ἡ σωτηρία
And. 1.53
; εἰρήνην βεβαίαν ἀγαγεῖν
Isoc. 4.173