βίαιος[ῐ],α,ον , alsoος,ον
Pl. R. 399a , Philostr. VA 1.33 : (βία):—
A. forcible, violent:Adj.once in Hom. , ἔρδειν ἔργα βίαια
Od. 2.236
,Adv.twice,by force, perforce, κατέδουσι βιαίως οἶκον Ὀδυσσῆος
2.237
; γυναιξὶ παρευνάζεσθε βιαίως
22.37
; freq. in all writers, ἔργα β.
Thgn. 1343
; νόμος ἄγει δικαιῶν τὸ βιαιότατον
Pi. Fr. 169
; of persons, βιαιότατος τῶν πολιτῶν
Th. 3.36
; χρόνος καταψήχει καὶ τὰ βιαιότατα
Simon. 176
;β. θάνατοςaviolentdeath, Hdt. 7.170 , Pl. R. 566b , etc.; β. νόσος