βιώσιμος,ον, (βιόω)
A. to be lived, χρόνος
E. Alc. 650
; αἱ β. ἡμέραι
Lib. Decl. 2.34
; esp.οὐ βιώσιμόν ἐστί τινι'tis notmeetfor him tolive, Hdt. 1.45 ;τί γὰρ μόνῃ μοι τῆσδ' ἄτερ β.; S. Ant. 566 ; οὐκ ἂν ἦν βιώσιμα ἀνθρώποισι
Hdt. 3.109
.
2. likely to live, Thphr. HP 9.12.1 , Arr. An. 2.4.8 .