LSJβλαστ-ήμωνGlossβλαστ-ήμων , ον , gen. ονος , = βλαστικός , Nic. Al. 548 .βλαστ-ήμων,ον, gen.ονος,A.= βλαστικός , Nic. Al. 548 .ReferencesNic. Al. 548