βλῆσθαι,
A.
v. βάλλω .βλήσσα<ν>: βότρυν ἡμιπέ<πε>ιρον , Hsch.
βλήσσανον: φυτὸν σχίνῳ ὅμοιον, Id.βληστάς: ὁ χερσαῖος σκορπίος, Id.
βλῆσθαι , v. βάλλω . βλήσσα<ν>: βότρυν ἡμιπέ<πε> ιρον , Hsch. βλήσσανον: φυτὸν σχίνῳ ὅμοιον , Id. βληστάς: ὁ χερσαῖος σκορπίος , Id.
βλῆσθαι,
A.
v. βάλλω .βλήσσα<ν>: βότρυν ἡμιπέ<πε>ιρον , Hsch.
βλήσσανον: φυτὸν σχίνῳ ὅμοιον, Id.βληστάς: ὁ χερσαῖος σκορπίος, Id.