βληστρ-ίζω,
A. toss about,ἑαυτὸν β., as a sick person on his bed, Hp. Morb. 3.7 ; βληστρίζοντες ἐμὴν φροντίδ' ἀν' Ἑλλάδα γῆν
Xenoph. 8.2
: metaph., ἐμαυτὸν πόλιν ἐκ πόλεως φέρων ἐβλήστριζον
Id. 45
:— Pass. , = βληστρίζειν ἑαυτόν , Aret. CA 1.1 .
toss about
βληστρ-ίζω,
A. toss about,ἑαυτὸν β., as a sick person on his bed, Hp. Morb. 3.7 ; βληστρίζοντες ἐμὴν φροντίδ' ἀν' Ἑλλάδα γῆν
Xenoph. 8.2
: metaph., ἐμαυτὸν πόλιν ἐκ πόλεως φέρων ἐβλήστριζον
Id. 45
:— Pass. , = βληστρίζειν ἑαυτόν , Aret. CA 1.1 .