LSJβορβορ-ίζωGlossto be like mudβορβορ-ίζω, (βόρβορος)A. to be like mud, ἐν γεύσειDsc. 5.75.II. βορβορίζει: γογγύζει, μολύνει( Cypr. ), Hsch.ReferencesDsc. 5.75Cypr.Hsch.