βρᾰδύς,εῖα,ύ: Comp.
A.
βραδύτερος
Th. 4.8
; metath. βαρδύτερος
Theoc. 29.30
; βραδίων
Artem. 1.70
: Sup.
βραδύτατος
Ar. Fr. 357
, alsoβράδιστος(metath. βάρδιστος
Il. 23.310
, 530 , Doroth(?).ap. Heph. Astr. 3.30 ) Aret. SD 1.6 , βραδίστατος
Ael. Fr. 325
:—slow, κιχάνει τοι β. ὠκύν
Od. 8.329
, etc.: c.inf.,ἀλλά τοι ἵπποι βάρδιστοι θείειν slowestat running, Il. 23.310 ; β. λέγειν