LSJβραστικόςGlossβραστικός , ή , όν , f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 .βραστικός,ή,όν,A.f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 .ReferencesHerm.Stob. 1.41.7