LSJβρομι-άζομαιGlossβρομι-άζομαι , = Βακχεύω , from Βρόμιος , AP 9.774 ( Glauc. ).βρομι-άζομαι,A.= Βακχεύω , fromΒρόμιος, AP 9.774 ( Glauc. ).ReferencesAP 9.774Glauc.