αἰαστής,οῦ , δ, 'the mourner', of the plantὑάκινθος, Nic. Fr. 74.32 .αἰαφοί: αὐτοὶ ἀκούοντες, Hsch.
αἴαψ: ματαίως, Id. (i.e.μάψ).αἴαψος: ὁ ποικίλος, Suid.
αἰβάνη: θύρα, Hsch. (
A.
αἰβάλη
Suid.
).
αἰαστής , οῦ , δ , 'the mourner', of the plant ὑάκινθος , Nic. Fr. 74.32 . αἰαφοί: αὐτοὶ ἀκούοντες , Hsch. αἴαψ: ματαίως , Id. (i.e. μάψ ). αἴαψος: ὁ ποικίλος , Suid. αἰβάνη: θύρα , Hsch. ( αἰβάλη Sui
αἰαστής,οῦ , δ, 'the mourner', of the plantὑάκινθος, Nic. Fr. 74.32 .αἰαφοί: αὐτοὶ ἀκούοντες, Hsch.
αἴαψ: ματαίως, Id. (i.e.μάψ).αἴαψος: ὁ ποικίλος, Suid.
αἰβάνη: θύρα, Hsch. (
A.
αἰβάλη
Suid.
).