LSJβρυχόςGlossβρυχός , = βρύκος , Hsch. βρύχω , v. βρύκω ; but βρυχομαι , v. βρυχάομαι .βρυχός,A.= βρύκος , Hsch.βρύχω, v. βρύκω ; butβρυχομαι, v. βρυχάομαι .ReferencesHsch.Related Lemmasβρύχωβρυχομαι