βυλλά: βεβυσμένα, Hsch. :—henceβυλλόω,
A. stuff,pf.
Pass.
βεβυλλῶσθαι, Id.βυλλίχαι,dances at Sparta, andβυλλίχης,dancer, Id.βυλλιχίδες: ῥαχίδες, Id.βυνεύς: σκεύασμά τι κρίθινον, Id.
stuff
βυλλά: βεβυσμένα, Hsch. :—henceβυλλόω,
A. stuff,pf.
Pass.
βεβυλλῶσθαι, Id.βυλλίχαι,dances at Sparta, andβυλλίχης,dancer, Id.βυλλιχίδες: ῥαχίδες, Id.βυνεύς: σκεύασμά τι κρίθινον, Id.