βωκολ-ιάσδω,βωκολ-ιαστής,βωκολ-ικός,βώκολ-ος, Dor. forβουκ-.βῶκος,ὁ, Dor. forβοῦκος.
II. βωκός: τρυφερὸς χιτών, Hsch. (fort.βράκος).
βωκολ-ιάσδω , βωκολ-ιαστής , βωκολ-ικός , βώκολ-ος , Dor. for βουκ- . βῶκος , ὁ , Dor. for βοῦκος . βωκός: τρυφερὸς χιτών , Hsch. (fort. βράκος ).
βωκολ-ιάσδω,βωκολ-ιαστής,βωκολ-ικός,βώκολ-ος, Dor. forβουκ-.βῶκος,ὁ, Dor. forβοῦκος.
II. βωκός: τρυφερὸς χιτών, Hsch. (fort.βράκος).