βωμός,ὁ, (βαίνω)
A. raised platform, stand, for chariots, Il. 8.441 ;baseof a statue, Od. 7.100 : but,
2. mostly,altar with a base, ἱερὸς β.
Il. 2.305
, etc.; πρὸς βωμῷ σφαγείς
A. Eu. 305
; βωμὸς ἀρῆς φυγάσιν ῥῦμα
Id. Supp. 84
(lyr.); βωμῶν ἀπείργειν τινά
Id. Ch. 293
; ἀγυιεὺς β.
S. Fr. 370
; of suppliants, ποτὶ βωμὸν ἵζεσθαι
Od. 22.334
;Βωμο<>σι προσῆσθαι, προσπεσόντα βωμῷ καθῆσθαι, S. OT 16 , OC 1158 ; βωμὸν ἵζειν
E. Ion 1314