βωστρέω,
A. call on, esp.call to aid, βωστρεῖν δὲ Κραταιί̈ν
Od. 12.124
, cf. Ar. Pax 1146 , al., Theoc. 5.64 ;cry after, ἁ Κύπρις τὸν Ἔρωτα . . ἐβώστρει
Mosch. 1.1
; β. τινὶ ποιεῖν τι
Opp. C. 4.293
: abs.,τὰ δ' ἐσίγα, τὰ δ' ἐβώστρει, of birds, Lyr.Alex.Adesp. 7.8 . (Formed fromβοάω, cf.ἐλαστρέω, καλιστρέω.)