γάδιξ<ις>: ὁμολογία, Hsch. (ϝάδ-).γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος, Id.
γάδιξ<ις>:
Gloss
γάδιξ<ις>: ὁμολογία , Hsch. ( ϝάδ- ). γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος , Id.
γάδιξ<ις>: ὁμολογία , Hsch. ( ϝάδ- ). γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος , Id.
γάδιξ<ις>: ὁμολογία, Hsch. (ϝάδ-).γᾶδος: γάλα, ἄλλοι ὄξος, Id.