LSJγᾱθέωGlossγᾱθέω , γάθω , Dor. for γηθέω, γήθω . γαθία: ἀλλαντία , Hsch.γᾱθέω,γάθω, Dor. forγηθέω, γήθω.γαθία: ἀλλαντία, Hsch.Related Lemmasγάθωγαθία: