LSJγαιο-φάγοςGlossγαιο-φάγος [ ᾰ], ον , = γαιηφάγος , Nic. Th. 784 .γαιο-φάγος[ᾰ],ον,A.= γαιηφάγος , Nic. Th. 784 .ReferencesNic. Th. 784