γάκα: ἡδέως,γακεῖαι: γλυκεῖαι,γάκου: ἡδύ, γλυκύ,γακούδια: ἡδύσματα, andγακουπώνης: ἡδυπότης, Hsch.
γᾱκίνας[ῑ],ὁ ,
A. earthquake, Id., Eust. 890.38 :—alsoγᾱκῑνίας,ὁ, Hsch. , andγάκῑνος,ὁ, Att. acc. to EM 219.41 .γακτός: κλάσμα, Hsch. (ϝακ-, cf.ϝάγ-νυμι).