γάδος, Id.γάνδομα: πυροί, ἄλευρα, Id.γάνεα: κήπους, Id. (κόπουςcod.).γανεῖν: λευκαίνειν, Id., EM 223.44 .γανῖται: δάπανοι, ἄσωτοι, Hsch. (cf. Lat.
A. ganeo).
ganeo
γάδος, Id.γάνδομα: πυροί, ἄλευρα, Id.γάνεα: κήπους, Id. (κόπουςcod.).γανεῖν: λευκαίνειν, Id., EM 223.44 .γανῖται: δάπανοι, ἄσωτοι, Hsch. (cf. Lat.
A. ganeo).