γεγωνός,όν,Adj.(frompart. γεγωνώς, asἀραρός,όν , fromἀραρώς)
A. loud-sounding, sonorous, πέμπει γεγωνὰ . . ἔπη
A. Th. 443
; ὄντα δ' ἄφωνα βοὴν ἵστησι γεγωνόν
Antiph. 196.2
;loud of voice, ἀνήρ
AP 7.428.15
( Mel. ): in later Prose, φωνή
D.H. 8.56
, Ph. 1.348 , Corn. ND 16 ; λόγος
Ph. 1.95
, al.; οὐ λόγῳ γ. ἀλλὰ τῇ ψυχῇ ἐκτείνασιν ἑαυτοὺς εἰς εὐχήν
Plot. 5.1.6
: Comp.
γεγωνότερος, κύκνων
AP 9.92
(Antip. Thess.), cf. D.H. 5.24 , Hld. 10.32 ; γ. φθέγγεσθαι