γείταινα,ἡ, fem. ofγείτων, asτέκταιναofτέκτων, AB 1199 .
γείταινα
Gloss
γείταινα , ἡ , fem. of γείτων , as τέκταινα of τέκτων , AB 1199 .
γείταινα , ἡ , fem. of γείτων , as τέκταινα of τέκτων , AB 1199 .
γείταινα,ἡ, fem. ofγείτων, asτέκταιναofτέκτων, AB 1199 .