γέλᾰσ-μα,ατος,τό,
A. smile, κυμάτων ἀνήριθμον γέλασμα
A. Pr. 90
.
II. cause of laughter, γῆρας πολυχρόνιον γ.
Secund. Sent. 12
.
smile
γέλᾰσ-μα,ατος,τό,
A. smile, κυμάτων ἀνήριθμον γέλασμα
A. Pr. 90
.
II. cause of laughter, γῆρας πολυχρόνιον γ.
Secund. Sent. 12
.