LSJγενεσιακόςGlossγενεσιακός , ή , όν , = γενεθλ-, ἡμέρα Vett.Val. 19.27 .γενεσιακός,ή,όν,A.= γενεθλ-, ἡμέραVett.Val. 19.27 .ReferencesVett.Val. 19.27