γενέτωρ,ορος,ὁ,
A.
= γενέτης, πόντος γ. νεφέων ἀνέμων τε
Xenoph. 30.5 , cf. Hdt. 8.137 ; γ. πατήρ
E. Ion 136
(lyr.), cf. IG 5(1).540 ( Lacon. ), 14.1565 , Arist. Mu. 397b21 , 399a31 ; Ἀπόλλων ὁ γ.
Id. Fr. 489
; Ἁδριανῷ γενέτορι
IGRom. 4.562
(Aezani).