γεννόν: ἀρχαῖον, Hsch. (perh. forἕνον); also,
A.
= κοῖλον , Id.γέννου: καὶ λάβε(cf.γέντο)καὶ κάθιζε( Cypr. ), Id.
γεννόν: ἀρχαῖον , Hsch. (perh. for ἕνον ); also, = κοῖλον , Id. γέννου: καὶ λάβε (cf. γέντο ) καὶ κάθιζε ( Cypr. ), Id.
γεννόν: ἀρχαῖον, Hsch. (perh. forἕνον); also,
A.
= κοῖλον , Id.γέννου: καὶ λάβε(cf.γέντο)καὶ κάθιζε( Cypr. ), Id.