γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου, Hsch. ; cf.γέρσυμον.γέντινοι: οἰκεῖοι, andγέντινος: ὕπνος, Id.
γέντιμος:
Gloss
γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου , Hsch. ; cf. γέρσυμον . γέντινοι: οἰκεῖοι , and γέντινος: ὕπνος , Id.
γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου , Hsch. ; cf. γέρσυμον . γέντινοι: οἰκεῖοι , and γέντινος: ὕπνος , Id.
γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου, Hsch. ; cf.γέρσυμον.γέντινοι: οἰκεῖοι, andγέντινος: ὕπνος, Id.