γερᾰρός,ά,όν,
A. of reverend bearing, majestic, Il. 3.170 ;γεραρώτερος ἦεν Ὀδυσσεύςib. 211 ;γεραρὴ τράπεζαa tableof honour, Xenoph. 1.9 ; γεραραῖς χερσί
IG 14.818
; ἀνὴρ γ. τὸ εἶδος
Plu. Alex. 26
; τὸ γ. τοῦ ἤθους
M.Ant. 1.15
.Adv.
-ρῶς, μέλπουσιν
AP 9.692
.
2. later, = γεραιός , A. Ag. 722 (lyr.); γ. τοκῆες
IG 3.1335
, Q.S. 9.90 .
3. γεραροί,οἱ ,elders, A. Supp. 667 (lyr.); butγεραραί priestesses of Dionysusisf. l. for γέραιραιin D. 59.73 , al.; cf. Μητρὸς . . πρόπολος σεμνή τε γέραιρα
IG 2.2116