γεῦμα,ατος,τό, (γεύω)
A. taste, smackof a thing, E. Cyc. 150 ; τρία γ.
Ar. Ach. 187
; γεύματος χάριν
Arist. HA 491a8
.
II. food, σιτηρὰ γ.
Hp. Acut. 10
: metaph., ἄγευστοι τοῦ παντρόφου γ. σοφίας
Ph. 1.544
.
taste, smack
γεῦμα,ατος,τό, (γεύω)
A. taste, smackof a thing, E. Cyc. 150 ; τρία γ.
Ar. Ach. 187
; γεύματος χάριν
Arist. HA 491a8
.
II. food, σιτηρὰ γ.
Hp. Acut. 10
: metaph., ἄγευστοι τοῦ παντρόφου γ. σοφίας
Ph. 1.544
.