γήνεια: ὅσα ἐκ τῆς γῆς ὠφέλιμα, Hsch. (Fort.γήινα.)γήνεσθαι: κατέχεσθαι, Id. (Cf.ϝηλέω,
A.
= εἰλέω ).
γήνεια: ὅσα ἐκ τῆς γῆς ὠφέλιμα , Hsch. (Fort. γήινα. ) γήνεσθαι: κατέχεσθαι , Id. (Cf. ϝηλέω, = εἰλέω ).
γήνεια: ὅσα ἐκ τῆς γῆς ὠφέλιμα, Hsch. (Fort.γήινα.)γήνεσθαι: κατέχεσθαι, Id. (Cf.ϝηλέω,
A.
= εἰλέω ).