γηρ-ᾰλέος,α,ον(alsoγηράλιος, Hsch. ,γηράλεῐος, IG 12(7).113 (Amorg.)),=foreg., Xenoph. 1.18 , Pi. P. 4.121 , A. Pers. 171 , Cratin. 126 , J. BJ 1.2.2 ;γ. ὀδόντες, ῥυτίδες, Anacr. 43.2 , AP 5.128 ( Autom. );σανίςib. 9.242 ( Antiphil. );
A.
ἀπὸ κροτάφων πελόμεσθα πάντες γηραλέοι
Theoc. 14.69
.