γηροτροφ-έω,
A.
= γηροβοσκέω , Is. 1.39 , Pl. Mx. 248d :— Pass. , γηροτροφούμενοι
Isoc. 14.48
:fut.
Med. in pass. sense, γηροτροφήσονται
D. 60.32
; ὑπὸ τῶν . . ταίδων γηροτροφηθέντες
Lys. 13.45
, cf. Lycurg. 144 .
γηροτροφ-έω , = γηροβοσκέω , Is. 1.39 , Pl. Mx. 248d :— Pass. , γηροτροφούμενοι Isoc. 14.48 : fut. Med. in pass. sense, γηροτροφήσονται D. 60.32 ; ὑπὸ τῶν . . ταίδων γηροτροφηθέντες Lys. 13.45 , cf. L
γηροτροφ-έω,
A.
= γηροβοσκέω , Is. 1.39 , Pl. Mx. 248d :— Pass. , γηροτροφούμενοι
Isoc. 14.48
:fut.
Med. in pass. sense, γηροτροφήσονται
D. 60.32
; ὑπὸ τῶν . . ταίδων γηροτροφηθέντες
Lys. 13.45
, cf. Lycurg. 144 .