LSJγιγγλύμιονGlossγιγγλύμιον [ ῠ], τό , Dim. of γίγγλυμος , Anthem. p.155 W. ( γιγλ- codd.).γιγγλύμιον[ῠ],τό , Dim. ofγίγγλυμος, Anthem. p.155 W. (γιγλ-codd.).