LSJγιγγλῠμό-ομαιGlossto be hinge-jointedγιγγλῠμό-ομαι,A. to be hinge-jointed, γεγιγγλύμωνται πρὸς ἀλλήλους οἱ σφόνδυλοιHp. Art. 45.ReferencesHp. Art. 45