LSJγλεῦξιςGlossγλεῦξις , v. γλύξις . γλέφαρον , τό , Aeol. for βλέφαρον , Pi. O. 3.12 , etc.γλεῦξις,A.v. γλύξις .γλέφαρον,τό, Aeol. forβλέφαρον, Pi. O. 3.12 , etc.ReferencesPi. O. 3.12Related Lemmasγλέφαρον