LSJγνα<π>ταὶGlosscurvingγνα<π>ταὶ ἀκταί,A. curvingbeach, Hsch. ;γναπτὰς ἕλικας: τὰ καμφθέντα φελλία, Id.; cf.γναμπτός.γνάπτω, = γνάμπτω , Id.ReferencesHsch.Related Lemmasγνάπτω