LSJγογγῠλίδιονGlossγογγῠλίδιον , τό , = καταπότιον , Hp. ap. Erot. ( γογγυλίδα codd.), Gal. 19.91 .γογγῠλίδιον,τό,A.= καταπότιον , Hp. ap. Erot. (γογγυλίδαcodd.), Gal. 19.91 .ReferencesHp.Erot.Gal. 19.91