LSJγοργόφθαλμοςGlossγοργόφθαλμος , ον , = γοργωπός , Suid. s.v. γοργῶπις .γοργόφθαλμος,ον,A.= γοργωπός , Suid.s.v. γοργῶπις .ReferencesSuid.